Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

ΑΝΔΡΑΣ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ Ν’ ΑΓΑΠΑ

Γεωργίου Τερτσέρη
ΑΝΔΡΑΣ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ Ν’ ΑΓΑΠΑ

Τραγουδιστής πολλά εύμορφος νέον
εύμορφον ερωτεύθη ,
Περίσσιο πάθος έβαλε στα
μαραμένα στήθη ,
Και με τα χείλη τα χλωμά
τραγούδαε τον καημόν του.

« Αγνάτια του να κάθομαι ,
να κρένει και ν’ ακούω ,
Να βλέπω τα ξανθά μαλλιά,
και τα δροσάτα χείλη ,
Πόχουν του ρόϊδου τη βαφή ,
του μήλου τη γλυκάδα » .

Και το τραγούδι του ήκουσαν
οι νιές κι οι πανδρευμένες ,
φωνάξανε τά εύμορφα κοράσια
κι οι νυφάδες :
άνδρας τον άνδρα ν’ αγαπά ,
σέρνει με το τραγούδι ,

και γάμος κι αρραβώνιασμα
θα παν λησμονημένα
και θα διαβαίνει η νύκτα μας
δίχως ανδρός το πλάγι ,
και τα βυζιά του κόρφου μας
παιδί δεν θ’ αναστήσουν .

Πανήγυρη ξημέρωνε πέρα στα βιλαέτια
και τα χωριά μαζώχθηκαν ,
άνδρες, γυναίκες πάνε ,
πήγε και ο τραγουδιστής
και κράταε το λαγούτο,
κι αρχίνησε το έρημο τραγούδι να λαλάει
και του λαγούτου η μελωδιά
γλυκά του απηλογότουν .

Οι εύμορφες κιτρίνισαν
σαν τα χλωμά λουλούδια ,
τόσο στα φυλλοκάρδια τους
πολύς θυμός εμβήκε .

Πέτρες λιθάρια επήρανε οι νιές
κι οι πανδρευμένες ,
κτύπησαν τον τραγουδιστήν
εκεί που τραγουδούσε .

Σίγησε το παιγνίδι του
τ’ ολόχρυσο λαγούτο ,
κείτεται κι ο τραγουδιστής
άγνωστος μες στο αίμα ,
και μοιρολόϊ δεν του λαλεί
καμμιά μοιρολογίστρα ,

του κόψαν το κεφάλι του
τα ξώφρενα κοράσια ,
και σε ποτάμι τόρριξαν
μαζί και το λαγούτο ,
και το ποτάμι τόβγαλε εις το γιαλό,
στο κύμα ,

συντροφιαστά πηγαίνανε
κεφάλι και λαγούτο ,
το κύμα όπου διαβαίνανε
γλυκά ηχολογούσε ,
και μέσα σε νησιά πολλά
το πέλαγο τα πάγει ,

ακούαν τριγύρω τα νησιά στο δειλινό ,
στο βράδυ ,
ακούανε την μελωδιά, δεν ένιωθαν
πού βγαίνει.

Φωνάξαν τα μικρά παιδιά :
το πέλαγο τη βγάζει .
Η μελωδιά σταμάτησε
εις το βαθύ λιμάνι
σαν άστρο στα μεσάνυχτα
που σ’ έναν τόπο φέγγει .
Και χίλια αηδόνια να λαλούν
εφαίνετο πως νάναι .

Πήγαν με τα μονόξυλα
οι ναύτες κι οι πιδέξιοι
και το κεφάλι πήρανε ,
πήραν και το λαγούτο ,
σε μνήμα τα ενταφιάσανε
κεφάλι και λαγούτο.

Από τ’ εκείνον τον καιρόν
μες στων νησιών τες χώρες
πανώρια βαρούν όργανα
οι νιές , τα παλληκάρια ,
και μες στ’ ασημοχρύσαφα
στολίζουν τα λαγούτα ,
γεννά τες θυγατέρες της
γλυκόφωνες η μάννα
αγγέλλου πόχουν πρόσωπο
κι αγγέλοι στο τραγούδι .

Πλην μέσα στη βαθειά στεριά
στες φόνισσες γυναίκες
οι άνδρες πήραν σίδερο
και στην εστιά το κάψαν ,
τες κορασιές εσφράγισαν στο μέτωπο ,
στην πλάτη
στο φονικό που κάμανε
να μην πολυχαρούνε .



Ο Γεώργιος Τερτσέτης γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1800 και πέθανε στην Αθήνα το 1874. Υπήρξε δικαστής και σύμβολο του αδέκαστου του λειτουργήματος της απονομής δικαιοσύνης. Το ποίημα «Άνδρας τον άνδρα ν’ αγαπά» γράφτηκε γύρω στα 1830 και προέρχεται από τον τόμο «Ντίνος Κονόμος ‘‘Ο Γεώργιος Τερτσέτης και τα ευρισκόμενα έργα του’’» , έκδοση της Βουλής των Ελλήνων 1984. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ.


Το θυμήθηκα με αφορμή το άρθρο του Gay Super Hero σχετικά με τη δημόσια διαβούλευση νομοσχεδίου που ποινικοποιεί την έκφραση ομοφοβικού μίσους.

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ - Ο Στρατέγκος ο Ζιγκούρου ο Τρογκ


ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ (ένας ένας και με σειρά τυχαία...)
Ο Στρατέγκος ο Ζιγκούρου ο Τρογκ


ΤΟΝ ΒΛΕΠΩ ΣΧΕΔΟΝ ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΥ!

Είναι εκεί, ανάμεσα στον κόσμο. Και κάθε φορά που τον βλέπω κάνει κάτι, χωρίς να κάνει τίποτα κι αυτό το τίποτα που δεν κάνει εμένα με κάνει να νιώθω όμορφα, σα να είμαι χαρούμενος... Τι να πω...
Κοιτάζει γύρω του με μια μωρουδίστικη κι αθώα πονηράδα. Ρίχνει μια ματιά έξω στο δρόμο, να δει αν το σκοτάδι είναι αρκετά πυκνό για να αρχίσουν να κολυμπάνε άνετα τα όνειρα πάνω από την άσφαλτο και μέχρι τα μπαλκόνια των ρετιρέ, ώσπου να λαχανιάσουν και να πέσουνε μέσα στους κάδους με τα σκουπίδια στους δρόμους. Τους δρόμους που για κείνον είναι πάντα πεδία μάχης ανάμεσα σε δράκους με δαγκωμένα αυτιά κι αρχάγγελους με δυνατά μπρατσάκια και καθαρά νύχια, σαν αυτούς που ζωγραφίζει.


Μετά στρίβει ένα τσιγάρο, πίνει μια γουλίτσα, μετράει μαζί μας τα ψυχάκια του, για να μη χάσει το λογαριασμό και μας μαρτυράει χίλια όνειρα κι άλλους τόσους εφιάλτες. Γυρνάει πάλι το κεφάλι για λίγο κι εγώ ξέρω ότι η ματιά του κάνει ένα σάλτο και κρεμιέται από τα πολύφωτα, από ‘κει πηδάει στα καδράκια και ξεσκονίζει τρυφερά τις ζωγραφιστές κορνίζες, κάνει μια βουτιά προς τα έξω και τσακώνεται με την τζαμαρία που δεν την αφήνει να βγει στην φθινοπωρινή υγρασία και να ποτίσει τις άσπρες ζαρντινιέρες στο πεζοδρόμιο.


Γυρνάει πάλι σε μας, ρουφάει τζούρα, γελάει, καταπίνει ευγενικά τη σταγόνα που ξέμεινε στο σφηνάκι. Παίρνει τα μπουκάλια αδειανά από τα παραμύθια που ήπιαμε μονορούφι και τα πάει στην ανακύκλωση, για να ξαναγεμίσουνε ίσαμε αύριο με τις ελπίδες μας, τα μυστικά μας, τα ψιθυριστά λόγια της καύλας μας στο αυτί κάποιου άλλου, τα εικοσιτετράωρα όνειρα μας για μεθαύριο που έχουμε ρεπό και πιστεύουμε πως ο κόσμος όλος θα έρθει και θα μας φιλήσει τα πόδια, αφού πρώτα τα πλύνει με τα τοξικά δάκρυα του και τα σκουπίσει με τα φτηνά εξτένσιον από το ψωριασμένο του κεφάλι και άλλα τέτοια εντυπωσιακά!


Κρεμάει λοξά το τσαντάκι του σαν τα φισεκλίκια ενός μικρού ήρωα, μας μοιράζει από ένα φιλί, σαν βραδινή Θεία Μετάληψη και βγαίνει έξω, στον υπόλοιπο Πλανήτη που αχνίζει από τα ροχαλητά των δίποδων ζωντανών. Καβαλάει το μηχανάκι του σαν άλλος σταυροφόρος ιππότης το φτερωτό του άτι. Σηκώνει το κεφάλι να δει αν η Νύχτα έχει κάτσει βολικά στον άπλυτο σβέρκο της παχύδερμης πόλης και της κλείνει τσαχπίνικα το μάτι. Αυτή του χαμογελάει λάγνα με τα νέγρικα χείλια της, σηκώνει το χέρι της το μακρύ το αριστερό και ανάβει όλα τα φανάρια πράσινα, για να βάλει πρώτη και να φύγει φουλάρα, να μην τον σταματήσει τίποτα στον ίσιο δρόμο που θα τον βγάλει στο παιδικό του καστράκι, όπου τον περιμένει η Αλήθεια του, τα εκατό χρόνια της μέρας, σαν άλλη κοιμωμένη ωραία, να την ξυπνήσει μ’ ένα ζουμερό γλωσσόφιλο και να κάνουνε έρωτα χωρίς καπότα μέχρι η Μέρα να λαλήσει τρεις φορές στέλνοντας τα παιδιά της σχολείο. Μετά δεν ξέρω τι κάνει και ούτε που με νοιάζει! Μου φτάνει ότι τον βλέπω σχεδόν κάθε βράδυ. Είναι φίλος μου. Και τον αγαπάω.

(8 Οκτωβρίου 2009 7:14 μ.μ.)