Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

ΑΝΤΙΟ ΝΙΚΗΦΟΡΕ


Καλοκαίρι 1974.
Όλη η Ελλάδα ζει κάτω από τον ζυγό των συνταγματαρχών. Στα στούντιο της Φίνος Φίλμ γυρίζουμε την ταινία «Η δίκη των δικαστών». Πολυζωίδης ο Νίκος Κούρκουλος, Τερτσέτης εγώ. Ξαφνικά σβήνουν οι προβολείς και ο σκηνοθέτης Πάνος Γλυκοφρύδης μας ανακοινώνει ότι έγινε εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο. Κηρύχτηκε γενική επιστράτευση και σταματάνε τα γυρίσματα επ' αόριστο. Όλη η Αθήνα βρίσκεται μέσα σ' ένα χάος. Το ίδιο βράδυ, δείπνο στην «Φωλιά της Όπερας» με τους φίλους Γιάννη Φέρτη, Ξένια Καλογεροπούλου. Μου προτείνουν να φύγουμε την άλλη μέρα για μια εκδρομή στο Πήλιο, και δέχομαι με μεγάλη χαρά. Το ηλιοβασίλεμα της επόμενης μέρας μας υποδέχεται η πανέμορφη με τα τεράστια πλατάνια της πλατεία των Μηλεών. Αυτό ήταν. Μαγευτήκαμε, γοητευτήκαμε και φεύγοντας μετά από τρεις μέρες είχαμε αγοράσει από ένα σπίτι όπου τα σημάδια του χρόνου και της εγκατάλειψης έδειχναν την σύντομη κατάρρευσή τους.
Από την πρώτη κιόλας στιγμή αγάπησα αυτό το χωριό, μ' αυτή την μοναδικά γαλήνια ατμόσφαιρα και την οργιώδη δημιουργία της φύσης.
Με την επιστροφή μας στην Αθήνα μετά από λίγες μέρες, πέφτει η εφταετής κυριαρχία των συνταγματαρχών και αλλάζει η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα. Αλίμονο όμως, από την μία μεριά επιτέλους απαλλαχτήκαμε από την Χούντα, αλλά από την άλλη, οι νέοι εισβολείς της «ανανέωσης» του τόπου, άρχισαν να αμφισβητούν και να καταργούν ό,τι σημαντικό και σπουδαίο είχε δημιουργηθεί στο παρελθόν.
Χαμένος και ανήμπορος να παλέψω και να υπάρχω πια μέσα σ' αυτά τα νεόφερτα μοντέλα της αλαζονείας για εξουσία, δόξα και χρήμα, εγκατέλειψα - ίσως πολύ νωρίς - την Αθήνα που γεννήθηκα και μεγάλωσα, και πάνω απ' όλα την τέχνη που αγάπησα από παιδί, το θέατρο. Βρήκα καταφύγιο στο νέο μου τόπο, τις Μηλιές και τις ευχαριστώ. Με διαφύλαξαν από τις αμέτρητες παγίδες της φθοράς, την αλλοίωση της αξιοπρέπειάς μου, της υπερηφάνειας και των πιστεύω μου. Με προστάτευσαν από την αναμενόμενη έκπτωση που θα αναγκαζόμουν να επιβάλω στην αισθητική, στο κριτήριο, στην ανιδιοτέλεια των σχέσεών μου, και στα υψηλά ιδεώδη για την τέχνη μου.
Οι Μηλιές είναι πια ο τόπος μου και όχι μόνο τις αγαπώ, αλλά τις ευχαριστώ και τους είμαι ευγνώμων.

Νικηφόρος Νανέρης


1996. Περάσαμε κάμποσες ώρες οι δυο μας στο επάνω καμαρίνι "κάνοντας λόγια". Κάποια στιγμή τα λόγια του έργου υποχωρούσαν κι άρχιζαν τα λόγια της αληθινής ζωής. Τα δικά σου λόγια για την δική σου ζωή. Την γεμάτη ταξίδια και περιπέτειες. Άλλο ένα ταξίδι για σένα...
Στο καλό Νικηφόρε.

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΕΤΟ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΕΤΟ


Άνοιξε τα μεγάλα του φτερά και γλίστρησε απαλά στον αέρα. Πέρασε από μπροστά μου, από πάνω μου, κι η σκιά του έκρυψε τον αμείλικτο ήλιο που με πυροβολούσε στα πονεμένα μάτια. Έκανα έτσι το κεφάλι και είδα τον Αετό. Έναν Πέρσικο Αετό Αρχαίο, ολοζώντανο να κολυμπάει στον αέρα της μονοδρομημένης λεωφόρου.

Μια ματιά μόνο μου έριξε χωρίς καν να κινήσει τα βλέφαρα. Μια ματιά από ψηλά σαν ελεημοσύνη, σε μένα το φτωχό εδώ και καιρό από ματιές και βλέμματα. Σούβλισε η ματιά του το δερμάτινο μπουφάν και τρύπησε το παλιό φούτερ εκεί ακριβώς που από κάτω άρχισε να ακούγεται ξανά, μετά από καιρό, εκείνο το χτύπημα της Ζωής. Το χτύπημα της καρδιάς, το χτύπημα της ματιάς του Αετού που σαν χαστούκι την ανάγκασε να βάλει μπρος τη μηχανή και τα σκουριασμένα γρανάζια ν’ αρχίσουν πάλι να παίρνουν στροφές, ώστε η ανάσα να περάσει στον κλειδωμένο εγκέφαλο, να σπάσει το λουκέτο και να τον γεμίσει οξυγόνο, σκέψεις, εικόνες ξεφωνητά, χειρονομίες, λέξεις, σάλιο ζεστό που υγραίνει το ξεραμένο στόμα.

Μέχρι η χειρονομία να φτάσει στην παλάμη και να την κινήσει, το σάλιο να φτάσει στην γλώσσα να την υγράνει και η λέξη, παλεύοντας ν’ αποδράσει, ν’ ανοίξει τα χείλη κι αυτά εγκαταλείποντας το αξιοπρεπές τους πείσμα, να ξεφωνήσουν γεμάτα λαχτάρα κι ενθουσιασμό εκείνο το ΓΕΙΑ ΣΟΥ, ο Αετός κόντευε να χαθεί στην στροφή της Φειδιππίδου.
ΓΕΙΑ ΣΟΥ και το μυαλό εκεί, να παρατηρεί και να αναλύει τα πάντα, να κριτικάρει και να επισημαίνει, να διορθώνει το κάθε τι. Ένα ΓΕΙΑ σαν χαμόγελο κι ένα ΣΟΥ σα φιλί! Τίποτε δεν είναι τυχαίο, λέει το μυαλό σοβαρά. Οι λέξεις δεν είναι μόνο ήχος, είναι και σώμα και σήμα. Αυτό δεν ήταν γεια σου, ήταν ένα χαμόγελο για τώρα κι ένα φιλί που έρχεται... Σκάσε μυαλό ντρέπομαι, χτύπησε η καρδιά δυνατά στέλνοντας αίμα προς τα κάτω σε δυο πόδια που από μόνα τους ακολουθούσαν βιαστικά την μεγάλη σκιά του Αετού που απειλούσε να χαθεί στην στροφή της Φειδιππίδου.
Το άκουσε το ΓΕΙΑ ΣΟΥ μου ένα τσογλανοσπουργίτι των Αμπελοκήπων κι ένα μεταλλαγμένο βρωμοπερίστερο απ’ αυτά που καμιά σχέση δεν έχουν με το Άγιο Πνέυμα, αλλά σε κουτσουλάνε όποτε τους κάνει κέφι και πέσανε κατά πάνω μου δήθεν απροστάτευτα και πεινασμένα, μόνο και μόνο για να αρπάξουν ψίχουλα από την ψύχη μου που είχε βγει λαχανιασμένη από ανυπομονησία και σαφώς κακή φυσική κατάσταση.

Ο Αετός στρίβει γλυκά στον αέρα κι εγώ αδιαφορώντας για τα πάντα τρέχω κανονικά πια στο δεξί πεζοδρόμιο της Μεσογείων γίνομαι ψηλός, δυνατός, όμορφος σαν Κεντέρης, ντοπαρισμένος από κείνη την αυτοκρατορική ματιά που σαν σύριγγα τρύπησε το δερμάτινο και το φούτερ μου.

Φτάνω με το κεφάλι ψηλά στον ουρανό στην στροφή και αποφασιστικά σηκώνω το πόδι να περάσω τριπλούν τις τρεις λωρίδες της μονοδρομημένης λεωφόρου, ελπίζοντας πώς στο τρίτο άλμα το τελευταίο δεν θα πέσω στο σκάμμα, αλλά θα πετάξω αρπαγμένος από τα στοργικά νύχια του Αετού και θα γλυτώσω την μικροπρέπεια των ελλανοδικών, τις μετρήσεις τους, τα αντιντόπινγκ κοντρόλ, τις εξηγήσεις, τις δικαιολογίες...

ΦΑΝΑΡΙ - ΚΟΚΚΙΝΟ - ΣΤΟΠ! Το μυαλό πιάνει και πάλι δουλειά. Το πόδι μένει μετέωρο πάνω από τον υπόνομο της στροφής, το χαμόγελο του ΓΕΙΑ παγώνει, το φιλί του ΣΟΥ ξεραίνεται, η ψυχή μπαίνει τρομαγμένη πάλι μέσα και κλειδώνει. Ένα σμαρτάκι με μουντζώνει κι ένα διπλό αστικό Α5 της Αγίας Παρασκευής έρχεται με τσαμπουκά και περνάει από μπροστά μου αργά, ιδρωμένα και σαδιστικά και μου κόβει τη θέα προς τον ουρανό που μου κλέβει τον Αετό. Η κάμερα ρύθμισης της κυκλοφορίας από απέναντι κάνει επιθετικό ζουμ σε μένα που έχω μείνει κοκαλωμένος με το ένα πόδι επάνω σαν τιμωρία στο Δημοτικό και είμαι σίγουρος πως στο κέντρο επιχειρήσεων την τροχαίας κάποιοι με πιτυρίδα και μαυρισμένα δόντια γελάνε μαζί μου, κοίτα το μαλάκα ρε!

Το γαμημένο Α5 φεύγει από μπροστά μου και βλέπω τον Αετό να κόβει κύκλους πάνω από το Παίδων και μετά να συνεχίζει ντουγρού για Υμηττό, Ανατολή, Ασία, Περσέπολι, να πάει να σταθεί πάνω από τον αρχαίο θρόνο του Δαρείου, να γίνει ανάγλυφος και παντοτινός...

ΦΑΝΑΡΙ - ΠΡΑΣΙΝΟ - ΞΕΚΙΝΑ! ΒΓΕΣ ΣΤΗ ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΕ ΤΑΞΙ, Θ’ΑΡΓΗΣΕΙΣ. Σκάσε μυαλό, ψιθυρίζω φρόνημα και κουρασμένα, το ξέρω, αυτό κάνω κάθε μέρα...
Το χέρι σηκώνεται, μπαίνω στο κίτρινο ταξί.
- Φρύνης Παγκράτι είμαι δειλός...
- Θ’ αφήσουμε την κυρία Κάραβελ και συνεχίζουμε...
- Μια χαρά...