Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΕΤΟ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΕΤΟ


Άνοιξε τα μεγάλα του φτερά και γλίστρησε απαλά στον αέρα. Πέρασε από μπροστά μου, από πάνω μου, κι η σκιά του έκρυψε τον αμείλικτο ήλιο που με πυροβολούσε στα πονεμένα μάτια. Έκανα έτσι το κεφάλι και είδα τον Αετό. Έναν Πέρσικο Αετό Αρχαίο, ολοζώντανο να κολυμπάει στον αέρα της μονοδρομημένης λεωφόρου.

Μια ματιά μόνο μου έριξε χωρίς καν να κινήσει τα βλέφαρα. Μια ματιά από ψηλά σαν ελεημοσύνη, σε μένα το φτωχό εδώ και καιρό από ματιές και βλέμματα. Σούβλισε η ματιά του το δερμάτινο μπουφάν και τρύπησε το παλιό φούτερ εκεί ακριβώς που από κάτω άρχισε να ακούγεται ξανά, μετά από καιρό, εκείνο το χτύπημα της Ζωής. Το χτύπημα της καρδιάς, το χτύπημα της ματιάς του Αετού που σαν χαστούκι την ανάγκασε να βάλει μπρος τη μηχανή και τα σκουριασμένα γρανάζια ν’ αρχίσουν πάλι να παίρνουν στροφές, ώστε η ανάσα να περάσει στον κλειδωμένο εγκέφαλο, να σπάσει το λουκέτο και να τον γεμίσει οξυγόνο, σκέψεις, εικόνες ξεφωνητά, χειρονομίες, λέξεις, σάλιο ζεστό που υγραίνει το ξεραμένο στόμα.

Μέχρι η χειρονομία να φτάσει στην παλάμη και να την κινήσει, το σάλιο να φτάσει στην γλώσσα να την υγράνει και η λέξη, παλεύοντας ν’ αποδράσει, ν’ ανοίξει τα χείλη κι αυτά εγκαταλείποντας το αξιοπρεπές τους πείσμα, να ξεφωνήσουν γεμάτα λαχτάρα κι ενθουσιασμό εκείνο το ΓΕΙΑ ΣΟΥ, ο Αετός κόντευε να χαθεί στην στροφή της Φειδιππίδου.
ΓΕΙΑ ΣΟΥ και το μυαλό εκεί, να παρατηρεί και να αναλύει τα πάντα, να κριτικάρει και να επισημαίνει, να διορθώνει το κάθε τι. Ένα ΓΕΙΑ σαν χαμόγελο κι ένα ΣΟΥ σα φιλί! Τίποτε δεν είναι τυχαίο, λέει το μυαλό σοβαρά. Οι λέξεις δεν είναι μόνο ήχος, είναι και σώμα και σήμα. Αυτό δεν ήταν γεια σου, ήταν ένα χαμόγελο για τώρα κι ένα φιλί που έρχεται... Σκάσε μυαλό ντρέπομαι, χτύπησε η καρδιά δυνατά στέλνοντας αίμα προς τα κάτω σε δυο πόδια που από μόνα τους ακολουθούσαν βιαστικά την μεγάλη σκιά του Αετού που απειλούσε να χαθεί στην στροφή της Φειδιππίδου.
Το άκουσε το ΓΕΙΑ ΣΟΥ μου ένα τσογλανοσπουργίτι των Αμπελοκήπων κι ένα μεταλλαγμένο βρωμοπερίστερο απ’ αυτά που καμιά σχέση δεν έχουν με το Άγιο Πνέυμα, αλλά σε κουτσουλάνε όποτε τους κάνει κέφι και πέσανε κατά πάνω μου δήθεν απροστάτευτα και πεινασμένα, μόνο και μόνο για να αρπάξουν ψίχουλα από την ψύχη μου που είχε βγει λαχανιασμένη από ανυπομονησία και σαφώς κακή φυσική κατάσταση.

Ο Αετός στρίβει γλυκά στον αέρα κι εγώ αδιαφορώντας για τα πάντα τρέχω κανονικά πια στο δεξί πεζοδρόμιο της Μεσογείων γίνομαι ψηλός, δυνατός, όμορφος σαν Κεντέρης, ντοπαρισμένος από κείνη την αυτοκρατορική ματιά που σαν σύριγγα τρύπησε το δερμάτινο και το φούτερ μου.

Φτάνω με το κεφάλι ψηλά στον ουρανό στην στροφή και αποφασιστικά σηκώνω το πόδι να περάσω τριπλούν τις τρεις λωρίδες της μονοδρομημένης λεωφόρου, ελπίζοντας πώς στο τρίτο άλμα το τελευταίο δεν θα πέσω στο σκάμμα, αλλά θα πετάξω αρπαγμένος από τα στοργικά νύχια του Αετού και θα γλυτώσω την μικροπρέπεια των ελλανοδικών, τις μετρήσεις τους, τα αντιντόπινγκ κοντρόλ, τις εξηγήσεις, τις δικαιολογίες...

ΦΑΝΑΡΙ - ΚΟΚΚΙΝΟ - ΣΤΟΠ! Το μυαλό πιάνει και πάλι δουλειά. Το πόδι μένει μετέωρο πάνω από τον υπόνομο της στροφής, το χαμόγελο του ΓΕΙΑ παγώνει, το φιλί του ΣΟΥ ξεραίνεται, η ψυχή μπαίνει τρομαγμένη πάλι μέσα και κλειδώνει. Ένα σμαρτάκι με μουντζώνει κι ένα διπλό αστικό Α5 της Αγίας Παρασκευής έρχεται με τσαμπουκά και περνάει από μπροστά μου αργά, ιδρωμένα και σαδιστικά και μου κόβει τη θέα προς τον ουρανό που μου κλέβει τον Αετό. Η κάμερα ρύθμισης της κυκλοφορίας από απέναντι κάνει επιθετικό ζουμ σε μένα που έχω μείνει κοκαλωμένος με το ένα πόδι επάνω σαν τιμωρία στο Δημοτικό και είμαι σίγουρος πως στο κέντρο επιχειρήσεων την τροχαίας κάποιοι με πιτυρίδα και μαυρισμένα δόντια γελάνε μαζί μου, κοίτα το μαλάκα ρε!

Το γαμημένο Α5 φεύγει από μπροστά μου και βλέπω τον Αετό να κόβει κύκλους πάνω από το Παίδων και μετά να συνεχίζει ντουγρού για Υμηττό, Ανατολή, Ασία, Περσέπολι, να πάει να σταθεί πάνω από τον αρχαίο θρόνο του Δαρείου, να γίνει ανάγλυφος και παντοτινός...

ΦΑΝΑΡΙ - ΠΡΑΣΙΝΟ - ΞΕΚΙΝΑ! ΒΓΕΣ ΣΤΗ ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΕ ΤΑΞΙ, Θ’ΑΡΓΗΣΕΙΣ. Σκάσε μυαλό, ψιθυρίζω φρόνημα και κουρασμένα, το ξέρω, αυτό κάνω κάθε μέρα...
Το χέρι σηκώνεται, μπαίνω στο κίτρινο ταξί.
- Φρύνης Παγκράτι είμαι δειλός...
- Θ’ αφήσουμε την κυρία Κάραβελ και συνεχίζουμε...
- Μια χαρά...

Δεν υπάρχουν σχόλια: